Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

στρίβω < αρχαία ελληνική στρέφω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈstɾi.vɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

στρίβω

  1. (μεταβατικό) στρέφω κάτι γύρω από τον άξονά του
    • στρίβοντας τη βίδα προς τα δεξιά, συνήθως βιδώνει
     συνώνυμα: συστρέφω, περιστρέφω
  2. (αμετάβατο) περιστρέφομαι
    • δεν ξέρω τι έχει το τιμόνι, προσπαθώ να το στρίψω αλλά δεν στρίβει!
     συνώνυμα: στρέφομαι
  3. (αμετάβατο) αλλάζω πορεία ή κατεύθυνση
    • μόλις στρίψεις αριστερά, θα δεις την πολυκατοικία
    • ο οδηγός έστριψε το αυτοκίνητο κι απέφυγε τη σύγκρουση
     συνώνυμα: γυρίζω

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία