Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πνίγω < αρχαία ελληνική πνίγω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *pnew- (αναπνέω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpni.ɣɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

πνίγω (παθητική φωνή: πνίγομαι· μετοχή παθ. παρακ. πνιγμένος)

  1. προκαλώ το θάνατο κάποιου με ασφυξία είτε βυθίζοντας τον και κρατώντας μέσα σε νερό ή άλλο υγρό είτε χρησιμοποιώντας δηλητηριώδη αέρια ή άλλο μέσο
    τον έπνιξαν με μαξιλάρι
    • (μεταφορικά) καταπιέζω
      Τὸ χέρι ὁποὺ προσφέρετε // ὡς προστασίας σημεῖον // εἰς ξένον ἔθνος, ἔπνιξε // καὶ πνίγει τοὺς λαούς σας, // πάλαι, καὶ ἀκόμα. (Α. Κάλβος, Αι Ευχαί, στ')
  2. προκαλώ από αμέλεια ή με σκοπιμότητα τον πνιγμό κάποιου στη θάλασσα
    το πλοίο βούλιαξε και όλο το πλήρωμα πνίγηκε
  3. προκαλώ ή παθαίνω δύσπνοια
    μας πνίγουν τα καυσαέρια
  4. στραγγαλίζω
    την έπνιξε με τα ίδια του τα χέρια
  5. στενοχωρώ πολύ
    με πνίγει η αδικία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία