Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πνίγω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πνίγω < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *pnew- (αναπνέω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpni.ɣo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πνί‐γω

  ΡήμαΕπεξεργασία

πνίγω, αόρ.: έπνιξα, παθ.φωνή: πνίγομαι, π.αόρ.: πνίγηκα/(πνίχτηκα), μτχ.π.π.: πνιγμένος

  1. προκαλώ το θάνατο κάποιου με ασφυξία είτε βυθίζοντας τον και κρατώντας μέσα σε νερό ή άλλο υγρό είτε χρησιμοποιώντας δηλητηριώδη αέρια ή άλλο μέσο
    τον έπνιξαν με μαξιλάρι
  2. προκαλώ ή παθαίνω δύσπνοια
    μας πνίγουν τα καυσαέρια
  3. στραγγαλίζω
    την έπνιξε με τα ίδια του τα χέρια
  4. προκαλώ από αμέλεια ή με σκοπιμότητα τον πνιγμό κάποιου στη θάλασσα
    το πλοίο βούλιαξε και όλο το πλήρωμα πνίγηκε
  5. (μεταφορικά)
    1. καταπιέζω
      ※  Τὸ χέρι ὁποὺ προσφέρετε // ὡς προστασίας σημεῖον //
      εἰς ξένον ἔθνος, ἔπνιξε // καὶ πνίγει τοὺς λαούς σας, // πάλαι, καὶ ἀκόμα.
      (Ανδρέας Κάλβος, ποίημα Αι Ευχαί, στ', συλλογή Λυρικά)
    2. στενοχωρώ πολύ
      με πνίγει η αδικία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

 ετυμολογικό πεδίο 
πνιγ- 

θέμα πνιγ-

θέμα πνικ-

θέμα πνιξ-

θέμα πνιχτ-

ΚλίσηΕπεξεργασία

Παθητική φωνή: και προφορικοί τύποι: πνιχτώ, πνίχτηκα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

ζητούμενο λήμμα


  ΠηγέςΕπεξεργασία