Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

απίστευτος < α- στερητικό + πιστεύω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ˈpis.tɛf.tɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

απίστευτος -η -ο

  • που είναι αδύνατον να πιστέψει κανείς ότι είναι αληθινός, εκπληκτικός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία