Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πίστις < πείθω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πίστις θηλυκό

  1. εμπιστοσύνη
  2. πίστη
    Ἔστι δὲ πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων. (Ἀποστόλου Παύλου, Πρὸς Ἑβραίους, 11:1)

ΣημειώσειςΕπεξεργασία