Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποδεικνύω < αρχαία ελληνική ὑποδεικνύω

υποδεικνύω < υπό + δεικνύω (< δείκνυμι)

  ΡήμαΕπεξεργασία

υποδεικνύω

  1. δείχνω
  2. επισημαίνω
  3. συμβουλεύω
  4. συνιστώ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία