Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καγκελόφραχτος < κάγκελο + φράζω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καγκελόφραχτος, -η, -ο

  1. που είναι φραγμένος με κάγκελα
    η καγκελόφραχτη αυλή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία