Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φράξια οι φράξιες
      γενική της φράξιας
    αιτιατική τη φράξια τις φράξιες
     κλητική φράξια φράξιες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φράξια < (άμεσο δάνειο) ρωσική фракция (fraktsija) < λατινική fractio < frango < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *bʰreg- (σπάω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φράξια θηλυκό

  1. συγκροτημένη ομάδα μελών ενός πολιτικού κόμματος που έχουν κοινή ιδεολογική ταυτότητα και επιδιώξεις και συνεδριάζουν μυστικά για να αποφασίσουν ποια στάση θα κρατήσουν στα επίσημα κομματικά όργανα
    Αυτοί έχουν κάνει φράξια και πάνε να διασπάσουν το κόμμα
  2. (μεταφορικά) ομάδες που λειτουργούν για τους δικούς τους σκοπούς μέσα σε ένα μεγαλύτερο σύνολο
    Δεν θέλω φράξιες μέσα στην επιχείρηση

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Ο όρος τάση χρησιμοποιείται όταν θέλουμε να περιγράψουμε μια συγκροτημένη πολιτική ομάδα στο εσωτερικό κόμματος που λειτουργεί ανοιχτά και ή ύπαρξή της επιτρέπεται από το καταστατικό του κόμματος αυτού.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία