Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φράσις < αρχαία ελληνική φράσις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φράσις θηλυκό



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική φράσις φράσει φράσεις
Γενική φράσεως φρασέοιν φράσεων
Δοτική φράσει φρασέοιν φράσεσι(ν)
Αιτιατική φράσιν φράσει φράσεις
Κλητική φράσι φράσει φράσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φράσις < αρχαία ελληνική φράζω < ίσως συγγενές της λέξης φρήν

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φράσις ἡ, -εως

  1. η ομιλία, η έκφραση
    ἀσαφὴς γὰρ ἦν ἐν τῇ φράσει τῶν πραγμάτων. (γιατί δεν ήταν σαφής όταν εξέφραζε όσα έγιναν)
    δεινὸς περὶ τὴν φράσιν (εξαιρετικός στην ομιλία, στην έκφραση)
  2. ύφος, ίσως και προφορά
    Ἀττικὴ ἡ φράσις

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία