Δείτε επίσης: φρικάρω

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φρακάρω < αβέβαιης ετυμολογίας πιθανόν συγγενές με το βενετικό fracàr (πιέζω) αλλά ακόμα κι αν είναι αυτή, άγνωστο ποια είναι η ετυμολογία του fracar και αν προέρχεται από το αρχαίο φράσσω ή τη φραγή ή το φρακτός

  ΡήμαΕπεξεργασία

φρακάρω

  1. ακινητοποιούμαι και συμπιέζομαι ταυτόχρονα, στριμώχνομαι, σφηνώνω
  2. (μεταφορικά) κολλάει το μυαλό μου, δεν σημειώνω πρόοδο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία