Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.
Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Προς μορφοποίηση: H δομή και τα παραδείγματα είναι αντιγραφή/εισαγωγή από το αγγλικό Βικιλεξικό. Να διαμορφωθούν παραδείγματα κατάλληλα για μη αγγλόφωνους. sarri.greek (συζήτηση) 18:36, 25 Οκτωβρίου 2019 (UTC).


Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /gɛt/ και /gɪt/

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

get < μέση αγγλική get < παλαιά νορβηγική geta < πρωτογερμανική ʒetanan (πβ. αγγλοσαξονικό gietan, γοτθικό bi-gitan) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ghéd-
(πβ. μέση ιρλανδική gataim (κλέβω), λιθουανική godetis (είμαι άπληστος), ρωσική gadatī (υποθέτω), αλβανική gjej (βρίσκω), αρχαία ελληνική κτάομαι-κτῶμαι, αρχαία περσική xšathra (κυριαρχία) )

  Ουσιαστικό 1Επεξεργασία

ενικός πληθυντικός
get gets

get (en)

  1. ο απόγονος
  2. η γενεαλογία
  3. (αθλητισμός) δύσκολη απόκρουση μιας βολής στο τένις


  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας get
γ΄ ενικό ενεστώτα gets
αόριστος got
παθητική μετοχή got, gotten
ενεργητική μετοχή getting
αγγλικά ανώμαλα ρήματα
gotten (αμερικανικό, ή αρχαϊκό βρετανικό΄΄)

get (en)

  1. (μεταβατικό) παίρνω, αποκτώ ή αγοράζω
    I'm going to get a computer tomorrow from the discount store.
    You need to get permission to leave early.
     συνώνυμα: obtain, acquire, come by, get hold of, have, take possession of
     αντώνυμα: lose
  2. (μεταβατικό) παίρνω, δέχομαι
    I got a computer from my parents for my birthday.
    He got a severe reprimand for that.
     συνώνυμα: receive, be given
  3. (μεταβατικό) φέρνω
    Can you get my bag from the living-room, please?
     συνώνυμα: bring, fetch, retrieve
  4. (σε περιφράσεις) "γίνομαι", έρχομαι σε μια κατάσταση
    I'm getting hungry, how about you?
    Don't get drunk tonight.
     συνώνυμα: become
  5. (μεταβατικό) κάνω κάτι/κάποιον να έρθει σε μια κατάσταση
    That song gets me so depressed every time I hear it.
    I'll get this finished by lunchtime.
     συνώνυμα: cause to be, cause to become, make
  6. (μεταβατικό) με τις προθέσεις on και off: βάζω ή βγάζω, π.χ. για ρούχα
    I can't get these boots off (or on).
  7. (μεταβατικό) καταφέρνω / κάνω κάτι ή κάποιον να ενεργήσει με ορισμένο τρόπο
    Somehow she got him to agree to it.
    I can't get it to work.
     συνώνυμα: make
  8. (αυτοπαθές) πηγαίνω
  9. (αμετάβατο) φτάνω σε κάποιο μέρος ή πλησιάζω κάπου
    When are we going to get to London?
    We're slowly getting there.
     συνώνυμα: arrive at, reach
  10. (αμετάβατο) πηγαίνω ή έρχομαι
    Get over here!
    She got from one side of the bridge to the other in no time.
     συνώνυμα: come, go, travel
  11. (αμετάβατο) αρχίζω (να κάνω κάτι)
    We ought to get moving or we'll be late.
    After lunch we got chatting.
     συνώνυμα: begin, commence, start
  12. (μεταβατικό) παίρνω (ένα μεταφορικό μέσο)
    I normally get the 7:45 train.
    I'll get the 9 a.m. flight to Boston.
     συνώνυμα: catch, take
  13. (μεταβατικό) απαντώ σε ένα σήμα, πχ σηκώνω το τηλέφωνο, ανοίγω την πόρτα επειδή κάποιος χτύπησε
    Can you get that call, please? I'm busy.
     συνώνυμα: answer
  14. (αμετάβατο) (+ απαρέμφατο) καταφέρνω, μπορώ, μου επιτρέπεται ή έχω την ευκαιρία να κάνω κάτι
    I'm so jealous that you got to see them perform live!
     συνώνυμα: be able to
  15. (μεταβατικό) (οικείο) καταλαβαίνω
    Yeah, I get it, it's just not funny.
    He's weird. I don't get him.
    Do you get math class today?
    I don't get what you mean by "fun". This place sucks!
     συνώνυμα: dig, follow, make sense of, understand
  16. (μεταβατικό) χρησιμοποιείται για να σχηματιστούν παθητικοί τύποι αντί του ρήματος be
    He got bitten by a dog.
     συνώνυμα: be
  17. (μεταβατικό) (οικείο) κολλάω, προσβάλλομαι από αρρώστια
    I went on holiday and got malaria.
     συνώνυμα: catch, come down with
  18. (μεταβατικό) (οικείο) ξεγελώ, κάνω φάρσα
    He keeps calling pretending to be my boss — it gets me every time.
     συνώνυμα: con, deceive, dupe, hoodwink, trick
  19. (μεταβατικό) (οικείο) στριμώχνω, δυσκολεύω (πχ. για ερώτηση, πρόβλημα)
    That question's really got me.
     συνώνυμα: confuse, perplex, stump
  20. (μεταβατικό) βρίσκω για λύση ή απάντηση (άσκησης, υπολογισμών)
    What did you get for question four?
     συνώνυμα: obtain
  21. (μεταβατικό) (οικείο) πιάνω (πχ. εγκληματία για να δικαστεί)
    The cops finally got me.
     συνώνυμα: catch, nab, nobble
  22. (μεταβατικό) (οικείο) ρίχνω ξύλο
    I'm gonna get him for that.
     συνώνυμα: assault, beat, beat up
  23. (μεταβατικό) (οικείο) πιάνω, ακούω καλά ώστε να καταλάβω
    Sorry, I didn't get that. Could you repeat it?
     συνώνυμα: catch, hear
  24. (μεταβατικό) αφαιρώ ανεπιθύμητα στοιχεία από χημικό μείγμα (είτε αέρια, υγρά, στερεά) με ειδική μηχανή (το getter)
    I put the getter into the container to get the gases.
     συνώνυμα: getter

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Λήμματα με το 'get' στο Βικιλεξικό

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

Εναλλακτική μορφή του git

  Ουσιαστικό 2Επεξεργασία

get (en)

(ΗΒ)δείτε τη λέξη git

  Ετυμολογία 3Επεξεργασία

get < εβραϊκή גט

  Ουσιαστικό 3Επεξεργασία

get (en), πληθυντικός: gittim

ΑναγραμματισμοίΕπεξεργασία



Λουξεμβουργιανά (lb) Επεξεργασία

  ΑντωνυμίαΕπεξεργασία

get (lb)

  1. κάτι



Σουηδικά (sv) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

audio 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

get (sv)