ενεστώτας get through
γ΄ ενικό ενεστώτα gets through
αόριστος got through
παθητική μετοχή got through, gotten through
ενεργητική μετοχή getting through

  Ετυμολογία

επεξεργασία
get through < → δείτε τις λέξεις get και through

get through (en)

  1. τελειώνω, ξεμπερδεύω
    Did you get through the newspaper?
    Τελείωσες με την εφημερίδα;
    When I get through with my chores, I will call you to meet up.
    Όταν ξεμπερδέψω με τις δουλειές μου, θα σου τηλεφωνήσω να συναντηθούμε.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη finish
  2. περνάω, γίνεται δεκτός ένα νομοσχέδιο
    The bill will not get through.
    Το νομοσχέδιο δε θα περάσει.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη go through
  3. ξεπερνώ, (εμπόδιο, δοκιμασία, κλπ)
     συνώνυμα: overcome