Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

through < παλαιοαγγλικά: thurh (πρόθεση και επίρρημα), γερμανικού ετύμου· συγγενές του ολλανδικού door και του γερμανικού durch

Η ορθογραφική μεταβολή σε thr- εμφανίστηκε γύρω στο 1300, και καθιερώθηκε από τον William Caxton και μετά.

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /θruː/

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

through (en)

  1. διά μέσου, μέσω, διά του τάδε
  2. τελείως

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

through (en)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία