Δείτε επίσης: μέσῳ, μέσο, μεσο-

Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μέσω < αρχαία ελληνική μέσῳ, δοτική του ουσιαστικού μέσον

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

μέσω

  1. με ορισμένο τρόπο, με διαμεσολάβηση προσώπου ή οργάνου
    Η γνωριμία έγινε μέσω κοινών φίλων.
    Η διαδικτυακή επικοινωνία γίνεται μέσω εξυπηρετητή.
  2. περνώντας από κάπου
    Θα πάμε μέσω Λαμίας.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία