Αγγλικά (en)Επεξεργασία

ενεστώτας receive
γ΄ ενικό ενεστώτα receives
αόριστος received
παθητική μετοχή received
ενεργητική μετοχή receiving

  ΡήμαΕπεξεργασία

receive (en)

  1. δέχομαι, λαμβάνω, παίρνω
    I received no news from her yet.
    Δεν έλαβα ειδήσεις της ακόμα.
     συνώνυμα: get
  2. παραλαμβάνω
    We just received the packages he sent us.
    Μόλις παραλάβαμε τα δέματα που μας έστειλε.
     συνώνυμα: get, take delivery
  3. υποδέχομαι
    he was received coldly
    τον υποδέχτηκαν ψυχρά
     συνώνυμα: welcome, greet