Αγγλικά (en) Επεξεργασία

ενεστώτας have
γ΄ ενικό ενεστώτα has
αόριστος had
παθητική μετοχή had
ενεργητική μετοχή having
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

  ΡήμαΕπεξεργασία

have (en)

  1. έχω
  2. και ως βοηθητικό ρήμα
  3. ως βοηθητικό ρήμα + to: πρέπει να, οφείλω να

ΕκφράσειςΕπεξεργασία