Αγγλικά (en) επεξεργασία

  Προφορά επεξεργασία

ΔΦΑ : /tʰeɪk/

  Ουσιαστικό επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
take takes

take (en)

  1. πάρσιμο
  2. άποψη, γνώμη, προσέγγιση σ' ένα θέμα
  3. (για μαγνητοσκόπηση, ηχογράφηση, ή εκτέλεση έργου) η φορά που πραγματοποιείται

  Ρήμα επεξεργασία

ενεστώτας take
γ΄ ενικό ενεστώτα takes
αόριστος took
παθητική μετοχή taken
ενεργητική μετοχή taking
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

take (en)

  1. (μεταβατικό) παίρνω, ανεβάζω, μεταφέρω ή κινώ κάτι από το ένα μέρος στο άλλο
    He took his hat and left.
    Πήρε το καπέλο του και έφυγε.
    I take my keys/money from the drawer/a small mirror in my bag.
    Παίρνω τα κλειδιά μου/λεφτά από το συρτάρι/ένα καθρεφτάκι στην τσάντα μου.
    Did you take your ID with you?
    Πήρες μαζί σου την ταυτότητά σου;
    Take it up there/here.
    Ανέβασέ το εκεί/εδώ πάνω.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη bring
  2. (μεταβατικό) παίρνω, γυρίζω, βγάζω, πηγαίνω με κάποιον από το ένα μέρος στο άλλο, οδηγώ κάποιον κάπου
    Don’t leave me alone, take me with you please.
    Mη με αφήνεις μόνο, πάρε με μαζί σου, παρακαλώ.
    I will take you everywhere.
    Θα σε γυρίσω παντού.
    She took me around Plaka.
    Με γύρισε στην Πλάκα.
    I take the dog/the children for a walk.
    Βγάζω το σκυλί/τα παιδιά περίπατο.
    I will take you home.
    Θα σε πάω σπίτι.
    Take the dog out.
    Πήγαινε έξω το σκυλί.
     συνώνυμα:  see, show και lead
  3. (μεταβατικό & αμετάβατο, χωρίς παθητική φωνή) με παίρνει, χρειάζομαι ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα
    How long does it take you to shave?
    Πόση ώρα σε παίρνει να ξυριστείς;
    It takes me five minutes.
    Με παίρνει πέντε λεπτά.
    How long will you take to finish?/How long with it take you to finish?
    Πόση ώρα χρειάζεσαι να τελειώσεις;
    It will take me ten hours/I will take ten hours.
    Θα χρειαστώ δέκα ώρες.
    Did it take long to find out?
    Χρειάστηκες πολλή ώρα να το βρεις;
    It took a long time for the wound to close.
    Χρειάστηκε πολύ καιρό να κλείσει η πληγή.
  4. (μεταβατικό) παίρνω, φωτογραφίζω κάποιον ή κάτι
    I am taking photos.
    Παίρνω φωτογραφίες.
  5. (μεταβατικό) παίρνω, χρησιμοποιώ ένα μέσο μεταφοράς, έναν δρόμο, ένα μονοπάτι κτλ. για να πάω σε ένα μέρος
    I take the train/the bus.
    Παίρνω το τρένο/το λεωφορείο.
    Can I take your bicycle?
    Μπορώ να πάρω το ποδήλατό σου;
    He took the road to Corinth.
    Πήρε το δρόμο για την Κόρινθο.
    Take the first street on the right.
    Πάρε τον πρώτο δρόμο δεξιά.
  6. (μεταβατικό) παίρνω, πιάνω, βάζω τα χέρια μου γύρω από κάποιον ή κάτι και το κρατάω
    She took the baby in her arms.
    Πήρε το μωρό στην αγκαλιά της.
    Take the basket please!
    Πιάσε το καλάθι σε παρακαλώ!
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη hold
  7. (μεταβατικό) παίρνω, αφαιρώ κάτι ή κάποιον από ένα μέρος ή ένα πρόσωπο
    I took them away from that school because…
    Τους πήρα από αυτό το σχολείο επειδή…
    Take the dog away from here.
    Πάρε τον σκύλο από δω.
    Take your hand off my shoulder.
    Πάρε το χέρι σου από τον ώμο μου.
    Take your books off the floor.
    Πάρε τα βιβλία σου από το πάτωμα.
  8. (μεταβατικό) παίρνω, αφαιρώ κάτι χωρίς άδεια ή κατά λάθος
    Who took my umbrella?
    Ποιος πήρε την ομπρέλα μου;
    They took his car from inside the garage.
    Tου πήραν το αυτοκίνητο μέσα από το γκαράζ.
    They broke into our house and took one hundred thousand from us.
    Διέρρηξαν το σπίτι μας και μας πήραν εκατό χιλιάδες.
  9. (μεταβατικό) παίρνω, τρώω ή πίνω κάτι
    -“What are you getting?” -“I’ll take a cognac.”
    -«Τι θα πάρεις;» -«Θα πάρω ένα κονιάκ.»
  10. (μεταβατικό) παίρνω, διαπιστώνω και καταγράφω κάτι, γράφω κάτι
    I am taking notes.
    Παίρνω σημειώσεις.
  11. (μεταβατικό) δίνω εξέταση
    In June I will take final exams and then I will get my diploma.
    Tον Iούνιο δίνω τις τελευταίες εξετάσεις και τότε θα πάρω το δίπλωμα.
  12. (μεταβατικό) παίρνω, κάνω, χρησιμοποιείται με ουσιαστικά για να πει ότι κάποιος κάνει κάτι, εκτελεί μια πράξη κτλ.
    I am going outside to take a breath.
    Πάω έξω να πάρω αέρα.
    I take medicines/drugs.
    Παίρνω φάρμακα/ναρκωτικά.
    I am taking a deep breath.
    Παίρνω βαθειά αναπνοή.
    I need to take a shower.
    Πρέπει να κάνω ντους.
  13. (μεταβατικό) παίρνω, δοκιμάζω ή μετρώ κάτι
    The doctor took my pulse/temperature.
    Ο γιατρός μου πήρε το σφυγμό/τη θερμοκρασία.
    I take the measurements of something.
    Παίρνω τα μέτρα του κάτι.
  14. (μεταβατικό) κυριεύω, κατακτώ ένα μέρος ή ένα πρόσωπο, για να πάρει τον έλεγχο κάτι
    I take a country.
    Κυριεύω μια χώρα.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη conquer
  15. (μεταβατικό) παίρνω, επιλέγω, αγοράζω ή νοικιάζω κάτι
    I will take it if it’s cheap.
    Θα το πάρω αν είναι φθηνό.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη buy
  16. (μεταβατικό) παίρνω, δέχομαι ή λαμβάνω κάτι
    I take a prize/my diploma.
    Παίρνω βραβείο/το δίπλωμά μου.
    I take someone’s advice.
    Παίρνω τη συμβουλή κάποιου.
    Don’t take too much work upon yourself.
    Μην παίρνεις πάνω σου πάρα πολλή δουλειά.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη receive
  17. (μεταβατικό) παίρνω, δέχομαι κάποιον με συγκεκριμένο τρόπο
    I take a partner/a wife.
    Παίρνω συνεταίρο/γυναικά.
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη obtain
  18. (μεταβατικό) παίρνω, δέχομαι κάποιον ως υπάλληλο, πελάτη, ασθενή κτλ.
    We must take extra staff.
    Πρέπει να πάρουμε έκτακτο προσωπικό.
     συνώνυμα: take on
  19. (μεταβατικό) περνάω, αντιδρώ σε κάτι ή σε κάποιον με συγκεκριμένο τρόπο
    I took him for your brother.
    Τον πέρασα για τον αδελφό σου.
  20. (μεταβατικό) περνάω, θεωρώ ότι κάποιος ή κάτι είναι κάποιος ή κάτι, ειδικά όταν κάνω λάθος
    At first I took him for a fool.
    Στην αρχή τον πέρασα για βλάκα.
    Do you take me for a fool, or what?
    Δε μου λες, για χαζό με περνάς;
  21. (μεταβατικό) παίρνω, χρησιμοποιείται για να εισαγάγει κάποιον ή κάτι ως παράδειγμα
    Take for example…
    Πάρε για παράδειγμα…
  22. (μεταβατικό, χωρίς παθητική φωνή) χρειάζεται (ως απρόσωπο ρήμα)
    It takes courage to stand up to him.
    Χρειάζεται θάρρος για να του σηκώσεις κεφάλι.
    It will take ten men to lift it.
    Θα χρειαστούν δέκα άνθρωποι να το σηκώσουν.
  23. (μεταβατικό, χωρίς παθητική φωνή) χωράω, παίρνω, έχω αρκετό χώρο για κάτι ή κάποιον, μπορώ να κρατήσω ή να περιλάβω μια συγκεκριμένη ποσότητα
    The car can take all of us.
    Χωράμε όλοι στο αυτοκίνητο.
    The theater takes 2,000 people.
    Το θέατρο χωράει 2,000 ανθρώπους.
    How many can your hotel take?
    Πόσους παίρνει το ξενοδοχείο σας;
     συνώνυμα: → δείτε τη λέξη fit

Εκφράσεις επεξεργασία

Σύνθετα επεξεργασία

phrasal verbs:

light verbs:

Δείτε επίσης επεξεργασία

  Πηγές επεξεργασία

  • take - Oxford Learner's Dictionaries
  • Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 62, 161-162, 203, 643-644, 692-695, 699-700, 974, 984. ISBN 9780194325684. , λήμμα: ανεβάζω, βγάζω, γυρίζω, παίρνω, περνώ, πηγαίνω, χρειάζομαι, χωρώ