Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
mistake mistakes

mistake (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας mistake
γ΄ ενικό ενεστώτα mistakes
αόριστος mistook
παθητική μετοχή mistaken
ενεργητική μετοχή mistaking
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

mistake (en)

  • παρανοώ, περνάω για κάτι άλλο
    Ι mistook you for your sister - σε πέρασα για την αδελφή σου