Αγγλικά (en) Επεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
taking takings

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

taking (en)

  1. η ενέργεια του παίρνω, το λαβείν
  2. (στον πληθυντικό): τα κέρδη

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

taking (en) (σχηματίζει τα παραθετικά περιφραστικά) more taking, most taking

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

taking (en)