Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δείτε τις λέξεις take και dump

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

take a dump (en)

  1. (λαϊκότροπο) αφοδεύω, χέζω
  2. (λαϊκότροπο, μεταφορικά) χέσε μας, παράτα μας, άφησέ με ήσυχο, μη με ενοχλείς, μην ασχολείσαι μαζί μου (take a dump on my ...)