Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποδέχομαι < αρχαία ελληνική ὑποδέχομαι < ὑπό + δέχομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

υποδέχομαι

  1. χαιρετώ και καλωσορίζω κάποιον που μόλις ήρθε στο χώρο μου
    όλη η οικογένεια ετοιμάστηκε να υποδεχτεί τον φιλοξενούμενο
    • (μεταφορικά)
      οι κάτοικοι της πόλης υποδέχτηκαν με πυροτεχνήματα τον νέο χρόνο
  2. αντιμετωπίζω με κάποια συγκεκριμένη διάθεση κάποιον που ήρθε ή κάτι που μόλις έγινε ή ανακοινώθηκε
    τον υποδέχτηκαν ψυχρά

{{αντώνυμα))

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία