Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

get in < → δείτε τις λέξεις get και in

  ΡήμαΕπεξεργασία

get in (en)

  1. μπαίνω μέσα
  2. καταφθάνω, φθάνω ή έρχομαι σε ένα μέρος (πχ. πόλη, χωριό, κλπ)
     συνώνυμα: arrive
  3. αποκτώ πρόσβαση (πχ. σε υπολογιστή)