Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική σιδηρόφρακτος σιδηρόφρακτη σιδηρόφρακτο
γενική σιδηρόφρακτου σιδηρόφρακτης σιδηρόφρακτου
αιτιατική σιδηρόφρακτο σιδηρόφρακτη σιδηρόφρακτο
κλητική σιδηρόφρακτε σιδηρόφρακτη σιδηρόφρακτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική σιδηρόφρακτοι σιδηρόφρακτες σιδηρόφρακτα
γενική σιδηρόφρακτων σιδηρόφρακτων σιδηρόφρακτων
αιτιατική σιδηρόφρακτους σιδηρόφρακτες σιδηρόφρακτα
κλητική σιδηρόφρακτοι σιδηρόφρακτες σιδηρόφρακτα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σιδηρόφρακτος < σίδηρος + -φρακτος (< φράσσω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /si.ði.ˈɾɔ.fɾa.ktɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

σιδηρόφρακτος, -η, -ο

  1. που έχει (μεγάλη και βαριά) πανοπλία
    ※ οι σιδηρόφρακτοι ιππότες του Μεσαίωνα, οι σιδηρόφραχτοι σταυροφόροι
     συνώνυμα: κατάφρακτος
  2. (μεταφορικά) πάνοπλος, βαριά οπλισμένος
    ※ Η παραχώρηση της περιοχής ήταν ένα «δώρο» του Χίτλερ στον Βούλγαρο τσάρο Βόρις, για τη βοήθεια που του είχε προσφέρει ο τελευταίος στην κατάληψη από τις σιδερόφραχτες στρατιές του Γʹ Ράιχ, της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας. (εφ. Ελευθεροτυπία, 2/10/2011)
  3. που είναι φραγμένος με σίδερα ή περιβάλλεται από κάγκελα
    ※ η σιδηρόφρακτη πύλη
     συνώνυμα: καγκελόφραχτος

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία