Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φραγμένος η φραγμένη το φραγμένο
      γενική του φραγμένου της φραγμένης του φραγμένου
    αιτιατική τον φραγμένο τη φραγμένη το φραγμένο
     κλητική φραγμένε φραγμένη φραγμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φραγμένοι οι φραγμένες τα φραγμένα
      γενική των φραγμένων των φραγμένων των φραγμένων
    αιτιατική τους φραγμένους τις φραγμένες τα φραγμένα
     κλητική φραγμένοι φραγμένες φραγμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φραγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φράζω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

φραγμένος, -η, -ο

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία