Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική περιφραγμένος περιφραγμένη περιφραγμένο
γενική περιφραγμένου περιφραγμένης περιφραγμένου
αιτιατική περιφραγμένο περιφραγμένη περιφραγμένο
κλητική περιφραγμένε περιφραγμένη περιφραγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περιφραγμένοι περιφραγμένες περιφραγμένα
γενική περιφραγμένων περιφραγμένων περιφραγμένων
αιτιατική περιφραγμένους περιφραγμένες περιφραγμένα
κλητική περιφραγμένοι περιφραγμένες περιφραγμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

περιφραγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος περιφράζω ή περιφράσσω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

περιφραγμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: περιφράζω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία