Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φραστήρ < αρχαιοελληνικό φράζω, συγγενές της φράσης και όχι του φράσσω και του φράγματος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φραστήρ θηλυκό

  1. ειδήμονας σε κάτι, που μπορεί να καθοδηγήσει, που δίνει πληροφορίες
    ὁδῶν φραστήρ : ο οδηγός, που ξέρει καλά τη διαδρομή
  2. χαρακτηρισμός δοντιών, και συγκεκριμένα εκείνων που μαρτυρούν την ηλικία
    φραστήρες ὀδόντες : τα δόντια που δείχνουν πόσο χρονών είναι ένας άνθρωπος (π.χ. στα 7 όταν τα έχει όλα ή ενήλικας όταν έχει φρονιμίτες)


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία