Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το έμφραγμα τα εμφράγματα
      γενική του εμφράγματος των εμφραγμάτων
    αιτιατική το έμφραγμα τα εμφράγματα
     κλητική έμφραγμα εμφράγματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

έμφραγμα < αρχαία ελληνική ἔμφραγμα < ἐμφράσσω < ἐν + φράσσω (2. (σημασιολογικό δάνειο) λατινική infarctus)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈɛɱ.fɾa.ɣma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

έμφραγμα ουδέτερο

  1. οτιδήποτε χρησιμεύει για φράξιμο
     συνώνυμα: βούλωμα, τάπα, φραγμός
  2. (ιατρική) νέκρωση ιστού εξαιτίας απόφραξης αρτηρίας από θρόμβωση ή εμβολή
  3. (ιατρική) (οδοντιατρική) ουσία με την οποία γεμίζεται η τρύπα ενός δοντιού που έχει τερηδόνα
     συνώνυμα: σφράγισμα

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία