Άνοιγμα κυρίου μενού
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀρτηρία

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αρτηρία αρτηρίες
γενική αρτηρίας αρτηριών
αιτιατική αρτηρία αρτηρίες
κλητική αρτηρία αρτηρίες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρτηρία < αρχαία ελληνική ἀρτηρία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aɾ.ti.ˈɾi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αρτηρία θηλυκό

  1. (ανατομία) μυώδες ελαστικό σωληνοειδές αγγείο μέσω του οποίου το αίμα μεταφέρεται από την καρδιά προς όλα τα όργανα
  2. (μεταφορικά) μεγάλος και πολυσύχναστος άξονας μεταφορών ή επικοινωνιών

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία