Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική αρτηριοσκληρωτικός αρτηριοσκληρωτική αρτηριοσκληρωτικό
γενική αρτηριοσκληρωτικού αρτηριοσκληρωτικής αρτηριοσκληρωτικού
αιτιατική αρτηριοσκληρωτικό αρτηριοσκληρωτική αρτηριοσκληρωτικό
κλητική αρτηριοσκληρωτικέ αρτηριοσκληρωτική αρτηριοσκληρωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αρτηριοσκληρωτικοί αρτηριοσκληρωτικές αρτηριοσκληρωτικά
γενική αρτηριοσκληρωτικών αρτηριοσκληρωτικών αρτηριοσκληρωτικών
αιτιατική αρτηριοσκληρωτικούς αρτηριοσκληρωτικές αρτηριοσκληρωτικά
κλητική αρτηριοσκληρωτικοί αρτηριοσκληρωτικές αρτηριοσκληρωτικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αρτηριοσκληρωτικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αρτηριοσκληρωτικός


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία