Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φλέβα φλέβες
γενική φλέβας φλεβών
αιτιατική φλέβα φλέβες
κλητική φλέβα φλέβες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φλέβα < αρχαία ελληνική φλέψ-φλεβός < φλέω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φλέβα θηλυκό

  1. αιμοφόρο αγγείο που μεταφέρει το αίμα προς την καρδιά
    Ήταν τόσο έντονη η προσπάθειά του, ώστε είχαν πεταχτεί όλες οι φλέβες του.
  2. πλούσιο κοίτασμα ορυκτού ή μετάλλου· κάθε ακανόνιστη διείσδυση ορυκτού ή μετάλλου σε περιβάλλοντα πετρώματα. (βλ. και εδώ)
    Οι χρυσοθήρες έπεσαν πάνω σε μια γερή φλέβα χρυσού.
  3. (μεταφορικά) το ποιητικό, λογοτεχνικό ταλέντο, η ποιητική ιδιοσυγκρασία
    αξιόλογη ποιητική φλέβα, ιδιαίτερη σατιρική φλέβα

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία
  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία