Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ιδιοσυγκρασία οι ιδιοσυγκρασίες
      γενική της ιδιοσυγκρασίας των ιδιοσυγκρασιών
    αιτιατική την ιδιοσυγκρασία τις ιδιοσυγκρασίες
     κλητική ιδιοσυγκρασία ιδιοσυγκρασίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιδιοσυγκρασία < ελληνιστική κοινή ἰδιοσυγκρασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /i.ði.ɔ.siŋ.gɾa.ˈsi.a/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ιδιοσυγκρασία θηλυκό

  1. ο ιδιαίτερος τρόπος που αντιδρά κι εκδηλώνει κάποιος τα αισθήματα και, γενικά, τον ψυχικό του κόσμο
  2. (ιατρική) ο τρόπος που αντιδρά κάποιος, κυρίως λόγω κάποιας αλλεργικής ευαισθησίας, σε συγκεκριμένα ερεθίσματα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία