Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φλεβόκομβος < φλέβα + κόμβος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φλεβόκομβος αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία