Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόλπος κόλποι
γενική κόλπου κόλπων
αιτιατική κόλπο κόλπους
κλητική κόλπε κόλποι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κόλπος < αρχαία ελληνική κόλπος

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈkɔl.pɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κόλπος αρσενικό

  1. (γεωγραφία) σχηματισμός της ακτογραμμής, η κοιλότητα που η θάλασσα εισδύει στην ξηρά
    η Θεσσαλονίκη είναι χτισμένη στο μυχό του Θερμαϊκού κόλπου
  2. η αγκαλιά, ο κόρφος, το μέρος του σώματος ανάμεσα στους βραχίονες και το στήθος
  3. (μεταφορικά στον πληθυντικό) το εσωτερικό ενός οργανισμού, μιας ομάδας, το άμεσο περιβάλλον
    η οικογένεια τον ξαναδέχτηκε στους κόλπους της
  4. (ανατομία) εσωτερική κοιλότητα του σώματος, κυρίως, της καρδιάς
    αριστερός κόλπος της καρδιάς
  5. (γυναικολογία) η κοιλότητα των γυναικείων γεννητικών οργάνων, μεταξύ της μήτρας και του αιδοίου, που, κατά τη συνουσία, υποδέχεται το πέος

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κόλπος κόλπω κόλποι
Γενική κόλπου κόλποιν κόλπων
Δοτική κόλπ κόλποιν κόλποις
Αιτιατική κόλπον κόλπω κόλπους
Κλητική κόλπε κόλπω κόλποι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ίσως από το κλέπτω (με την έννοια του αποκρύπτω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κόλπος αρσενικό

  1. αγκαλιά, κόρφος
  2. κοιλιά, μήτρα
  3. η πτύχωση που σχηματίζει ένα ένδυμα μπροστά στην κοιλιά
  4. η κοιλότητα ανάμεσα σε δύο θαλάσσια κύματα
  5. ο θαλάσσιος κόλπος
  6. η κοιλάδα