Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πτύχωση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτύχωση θηλυκό

  1. πτυχή
  2. μικρή πτυχή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία