Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική θαλάσσιος θαλάσσια θαλάσσιο
γενική θαλάσσιου θαλάσσιας θαλάσσιου
αιτιατική θαλάσσιο θαλάσσια θαλάσσιο
κλητική θαλάσσιε θαλάσσια θαλάσσιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θαλάσσιοι θαλάσσιες θαλάσσια
γενική θαλάσσιων θαλάσσιων θαλάσσιων
αιτιατική θαλάσσιους θαλάσσιες θαλάσσια
κλητική θαλάσσιοι θαλάσσιες θαλάσσια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαλάσσιος < αρχαία ελληνική θαλάσσιος και θαλάττιος (ο ναυτικός, ο θαλασσινός) < θάλασσα και θάλαττα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

θαλάσσιος -α -ο

  • που ζει ή συμβαίνει στη θάλασσα ή ανήκει ή αναφέρεται σ' αυτήν

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία