Άνοιγμα κυρίου μενού

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαλάττιος < θάλαττα

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

θαλάττιος, -α, -ον και θαλάττιος, -ος, -ον (επίσης, θαλάσσιος)

  1. αυτός που βρίσκεται στη θάλασσα
  2. ο σχετικός με τη θάλασσα
  3. ο ναυτικός, ο θαλασσινός