Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θαλάσσια αύρα οι θαλάσσιες αύρες
      γενική της θαλάσσιας αύρας των θαλάσσιων αυρών
    αιτιατική τη θαλάσσια αύρα τις θαλάσσιες αύρες
     κλητική θαλάσσια αύρα θαλάσσιες αύρες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαλάσσια αύρα < → δείτε τις λέξεις θαλάσσιος και αύρα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /θaˈla.si.a ˈav.ɾa/

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

θαλάσσια αύρα θηλυκό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Θαλάσσια αύρα, στον Θησαυρό Μετεωρολογικών Όρων του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών