Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θάλαττα < → δείτε τη λέξη θάλασσα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θάλαττα θηλυκό

Θάλαττα, θάλαττα!: η ιστορική κραυγή νόστου των υπό των Ξενοφώντα Μυρίων όταν αντίκρισαν τον Εύξεινο Πόντο (401 π.Χ.)