Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αγκαλιά οι αγκαλιές
      γενική της αγκαλιάς των αγκαλιών
    αιτιατική την αγκαλιά τις αγκαλιές
     κλητική αγκαλιά αγκαλιές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγκαλιά < μεσαιωνική ελληνική ἀγκαλιά < αρχαία ελληνική ἀγκάλη

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /aŋ.ɡa.ˈʎa/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγκαλιά θηλυκό

  1. το να κρατά κάποιος κάτι ή κάποιο, λυγίζοντας και τα δύο χέρια και σφίγγοντάς το στον κορμό του
     συνώνυμα: κόλπος, κόρφος, στήθος
  2. (συνεκδοχικά) οτιδήποτε χωράει στο χώρο που περικλείεται από τον κορμό και τα λυγισμένα μπράτσα κάποιου
    μια αγκαλιά βιβλία
  3. (κατ' επέκταση) το αγκάλιασμα
     συνώνυμα: εναγκαλισμός, περίπτυξη
  4. (μεταφορικά) κολπίσκος

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

αγκαλιά

κοιμούνται αγκαλιά κάθε βράδυ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία