Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγκαλιάζω < αγκαλιά

  ΡήμαΕπεξεργασία

αγκαλιάζω

  • βάζω τα χέρια μου γύρω από κάποιον/κάτι
  • (μεταφορικά) καλύπτω κάτι/κάποιον εντελώς
η νύχτα αγκάλιασε την πόλη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία