Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εγκολπώνομαι < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

εγκολπώνομαι

  1. (μεταφορικά) αποδέχομαι, υιοθετώ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία