Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εν πολλοίς, εμπρόθετο με δοτική της καθομιλούμενης. Βλέπε εν και πολλοί.

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

εν πολλοίς

  • κατά μεγάλο μέρος, στους περισσότερους, ευρύτερα
    - κύριε πρόεδρε, η αδελφοκτονία του Κάιν είναι εν πολλοίς γνωστή, θα ήθελα όμως να σταθώ...
    - κύριε συνήγορε, επειδή είναι ακριβώς εν πολλοίς γνωστή, δεν περνάμε στον κατακλυσμό του Νώε να συντομεύσουμε και την διαδικασία; (αληθινή στιχομυθία δικανικού λόγου)

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία