Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κόλαφος οι κόλαφοι
      γενική του κολάφου
& κόλαφου
των κολάφων
    αιτιατική τον κόλαφο τους κολάφους
& κόλαφους
     κλητική κόλαφε κόλαφοι
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κόλαφος < αρχαία ελληνική κόλαφος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κόλαφος αρσενικό

  1. χαστούκι
  2. (μεταφορικά) λόγος ή πράξη που εξευτελίζει και ταπεινώνει

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κόλαφος κολάφω κόλαφοι
Γενική κολάφου κολάφοιν κολάφων
Δοτική κολάφ κολάφοιν κολάφοις
Αιτιατική κόλαφον κολάφω κολάφους
Κλητική κόλαφε κολάφω κόλαφοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κόλαφος < κολάπτω < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kel- (χτυπώ)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κόλαφος αρσενικό