Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  • vagin < vagina < λατινικό vagina (la), σωλήνας

  ΠροφοράΕπεξεργασία

vagin 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

vagin (fr)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία