Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ξάφνιασμα τα ξαφνιάσματα
      γενική του ξαφνιάσματος των ξαφνιασμάτων
    αιτιατική το ξάφνιασμα τα ξαφνιάσματα
     κλητική ξάφνιασμα ξαφνιάσματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξάφνιασμα < μεσαιωνική ελληνική ξάφνισμα < ξαφνίζω και ἐξαφνίζω < αρχαία ελληνική ἐξαίφνης < ἐξ + αἴφνης

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξάφνιασμα ουδέτερο

  1. απρόσμενος, απροσδόκητος, ξαφνικός τρόμος
  2. απροσδόκητη έκπληξη
    Η επίσκεψή σου Μαρία απόψε στο σπίτι μου θα ήταν ένα ευχάριστο ξάφνιασμα αν δεν είχα ήδη παρέα την Ελένη, οπότε μάλλον εσύ είχες ένα δυσάρεστο ξάφνιασμα υποθέτω...
  3. μικροτραυματισμός από απότομη κίνηση
    'Εχω ένα ξάφνιασμα στο λαιμό και φοράω τρεις μέρες τώρα νύχτα-μέρα ένα κολάρο που μου έχει αλλάξει τα φώτα

ΤαυτόσημοΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία