Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κολπίτιδα < κόλπος (καθαρεύουσα) η κολπίτις, της κολπίτιδος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κολπίτιδα θηλυκό

  • (ιατρική): φλεγμονή του βλεννογόνου του κόλπου.


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία