Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το εγκόλπιο τα εγκόλπια
      γενική του εγκολπίου
& εγκόλπιου
των εγκολπίων
& εγκόλπιων
    αιτιατική το εγκόλπιο τα εγκόλπια
     κλητική εγκόλπιο εγκόλπια
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εγκόλπιο < απόδοση στο μονοτονικό της λέξης: ἐγκόλπιο < ἐγκόλπιον < αρχαία ελληνική ἐγκόλπιος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

εγκόλπιο ουδέτερο

  1. βιβλίο που περιέχει οδηγίες και κανονισμούς για μια συγκεκριμένη τέχνη ή επιστήμη σε απλή και κατανοητή γλώσσα
  2. (κατ' επέκταση) οτιδήποτε θεωρητικά έχει βασικές οδηγίες για συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά
  3. κόσμημα ή άλλο διακριτικό σήμα που κρεμιέται στο λαιμό και φτάνει περίπου στο μέσο του στήθους

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία