Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κολπορραφή οι κολπορραφές
      γενική της κολπορραφής των κολπορραφών
    αιτιατική την κολπορραφή τις κολπορραφές
     κλητική κολπορραφή κολπορραφές
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κολπορραφή < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κολπορραφή θηλυκό

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία