Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

atrium (en)

  1. (αρχιτεκτονική) το αίθριο
  2. (ανατομία) ο κόλπος (π.χ. της καρδιάς)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

atrium (fr) αρσενικό

  1. (αρχιτεκτονική) το αίθριο
  2. (ανατομία) ο κόλπος (π.χ. της καρδιάς)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία



Λατινικά (la) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

atrium (la) ουδέτερο