Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ορθοφωνία οι ορθοφωνίες
      γενική της ορθοφωνίας των ορθοφωνιών
    αιτιατική την ορθοφωνία τις ορθοφωνίες
     κλητική ορθοφωνία ορθοφωνίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ορθό- (ορθός) + -φωνία (φωνή)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ορθοφωνία θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία