Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γυμνάζω < αρχαία ελληνική γυμνάζω < γυμνός

  ΡήμαΕπεξεργασία

γυμνάζω ( παθητικό: γυμνάζομαι)

  1. κάνω συστηματικά σωματικές ασκήσεις που διατηρούν το σώμα ή ένα μέρος του σε καλή φόρμα
    γυμνάζει τους κοιλιακούς μύες
  2. υποβάλλω άλλον σε σωματική άσκηση
  3. κάνω τακτικές ασκήσεις που αποσκοπούν στη βελτίωση πνευματικών ικανοτήτων ή νοητικών λειτουργιών, ή υποβάλλω άλλον σε τέτοιες ασκήσεις
    αυτές οι ασκήσεις βοηθάνε στην μνήμη και γυμνάζουν το μυαλό

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας γυμνάζω γυμνάζομαι
Παρατατικός ἐγύμναζον ἐγυμναζόμην
Μέλλοντας γυμνάσω γυμνάσομαι και γυμνασθήσομαι
Αόριστος ἐγύμνασα ἐγυμνασάμην και ἐγυμνάσθην
Παρακείμενος γεγύμνακα γεγύμνασμαι
Υπερσυντέλικος
Συντελ.Μέλλ.


  Ετυμολογία Επεξεργασία

γυμνάζω < γυμνός και -άζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

γυμνάζω

  1. ασκώ κάποιον, τον γυμνάζω
  2. φθείρω, στενοχωρώ
  3. ασκούμαι εγώ
  4. εφαρμόζω


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία